Menu

Αγγλικός όρος tic

Ορισμός

Μια σπασμωδική μυϊκή σύσπαση, που συχνότερα περιλαμβάνει τους μύες του προσώπου, του στόματος, των ματιών, του κεφαλιού, του λαιμού ή των ώμων. Οι σπασμοί μπορεί να είναι τονικοί ή κλωνικοί. Η κίνηση εμφανίζεται σκόπιμη, συχνά επαναλαμβάνεται, είναι ακούσια και μπορεί να ανασταλεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα μόνο για να ξεσπάσει με αυξημένη σοβαρότητα.

Παιδιά μεταξύ των ηλικιών των 5 και 10 ετών είναι ειδικότερα πιθανόν να αναπτύξουν τικ. Τείνουν να διακόπτονται για λίγες εβδομάδες εάν αγνοηθούν.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αιτία είναι άγνωστη. Σε ορισμένα άτομα, το τικ επιδεινώνεται λόγω άγχους και νευρικής έντασης.

Υπώνυμος όρος

convulsive tic
tic douloreux
facial tic
habit tic
tic rotatoire
spasmodic tic
vocal tic

 

iatronet.gr

Go to top